Πόλεμος

There is a war between the rich and the poor,
a war between the man and the woman.


Αυτούς και άλλους αρχετυπικούς πολέμους μνημόνευε ο Leonard Cohen σ' εκείνο το εκπληκτικό τραγουδάκι. Το θυμάσαι; Να προσθέσω κι εγώ έναν;

There is a war between the voters
and the ones who want to be voted.


Μπαίνουμε σε προεκλογικό πόλεμο, ντε. Ήδη όλα τα ΜΜΕ έχουν αρχίσει να μάς τα ζαλίζουν. Και μιλάμε για σκληρό, κάργα επεκτατικό πόλεμο. Δεν γλιτώνεις. TV, ραδιόφωνο, εφημερίδες (ακόμα και "αριστερίζουσες"), όλα κρέμονται από το ξύσιμο του Γιωργάκη, το ρέψιμο του Κωστάκη και των συν αυτοίς. Η πολιτική ως reality show. "Μα δεν υπάρχουν εναλλακτικά ΜΜΕ;", θα πεις. Και βέβαια υπάρχουν, ποιος όμως τα παρακολουθεί; Η κοινή γνώμη διαμορφώνεται από τα πιασάρικα "νούμερα" των στρατευμένων -στην πληρωμένη διαιώνιση του δικομματισμού- τηλεορασανθρώπων. Αναρωτιέμαι: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ένα πιασάρικο, mainstream κανάλι που να φιλοξενεί αληθινούς ανθρώπους, γνήσιες ιδέες, από όλη τη γκάμα της πολιτικής ζωής; Να είναι και σέξι και σκεπτόμενο; Και αληθινά ανεξάρτητο; Και να μην αντιμετωπίζει τον τηλεθεατή ως θύμα ενός κωλοπολέμου με προδιαγεγραμμένη έκβαση; Όνειρα εαρινής νυκτός, ξέρω. Ακόμη κι αν κάποιος είχε τη βούληση και τα φράγκα να στήσει ένα τέτοιο κανάλι, αργά ή γρήγορα θα καπελώνονταν. Ή όχι;


Σε πολεμικό κλίμα κινούνται και οι Decemberists στον τελευταίο τους δίσκο, The Crane Wife, νούμερο 1 των αγαπημένων μου για το 2006. Μπαρούτι παντού. Sing, muse, of the passion of the pistol. Αγάπες τσακισμένες από τις μάχες, When the War came. Aιμοσταγείς σφαγείς που καραδοκούν να σε κάνουν κιμά, ωδή στο Τέλειο Έγκλημα, σκιαγράφηση ενός βιασμού. Μέσα σ' όλον αυτό τον συρφετό, οι ηλιαχτίδες ενός summersong και, φυσικά, η πληγωμένη crane wife που ο αφηγητής ανακάλυψε στα συντρίμμια, μιαν έναστρη χειμωνιάτικη νυχτιά. Και η μουσική; Α, η μουσική! Τρελό πανηγύρι. O Colin Meloy και η παρέα του δεν τσιγκουνεύτηκαν τις μελωδίες, τις ιδέες, το πάθος της ερμηνείας. Με hammond, πιάνο, ακορντεόν, κιθάρες (ακουστικές, ηλεκτρικές, pedal steel), μπουζούκι (;!), μπάντζο, τσέλο και φυσικά μπάσα+drums, στήσαν ένα μοναδικής μουσικότητας/ευαισθησίας/ισορροπίας έργο, όπου, εν ολίγοις, κάνουν ό,τι γουστάρουν. Πηδούν με ευκολία από ύφος σε ύφος, υπηρετώντας πιστά το εκάστοτε τραγούδι - κι όμως, έχεις την πλήρη αίσθηση της συνέχειας, του ενιαίου. Είναι, εν τέλει, παρόλη τη στιχουργική ζοφερότητα, ένας φωτεινός, αισιόδοξος δίσκος. Φτιαγμένος με μεράκι από 5 αμερικανάκια στο Oregon. Της άλλης Αμερικής, αυτής που αντί να στήνει πολέμους, τούς κάνει τραγούδια.

Hear all the bombs, they fade away....